Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'optimisme
[gender: masculine]
01
αισιοδοξία, θετική στάση
attitude qui consiste à voir le bon côté des choses
Παραδείγματα
Leur optimisme inspire toute l' équipe.
Ο αισιοδοξισμός τους εμπνέει όλη την ομάδα.



























