optimiste
optimiste
ɔpt͡simɪst
awptsimist

Ορισμός και σημασία του "optimiste"στα γαλλικά

01

αισιόδοξος, θετικός

qui a tendance à voir le côté positif des choses et à espérer le meilleur 
optimiste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus optimiste
συγκριτικός βαθμός
plus optimiste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
optimiste
αρσενικό πληθυντικό
optimistes
θηλυκό ενικό
optimiste
θηλυκό πληθυντικό
optimistes
Παραδείγματα
Elle reste optimiste même dans les situations difficiles. 

Παραμένει αισιοδοξική ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store