Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optimiste
01
αισιόδοξος, θετικός
qui a tendance à voir le côté positif des choses et à espérer le meilleur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus optimiste
συγκριτικός βαθμός
plus optimiste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
optimiste
αρσενικό πληθυντικό
optimistes
θηλυκό ενικό
optimiste
θηλυκό πληθυντικό
optimistes
Παραδείγματα
Elle reste optimiste même dans les situations difficiles.
Παραμένει αισιοδοξική ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις.



























