Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
onzième
01
ενδέκατος, ενδέκατος
qui vient après le dixième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
onzième
αρσενικό πληθυντικό
onzièmes
θηλυκό ενικό
onzième
θηλυκό πληθυντικό
onzièmes
Παραδείγματα
Le onzième joueur est entré sur le terrain.
Ο ενδέκατος παίκτης μπήκε στο γήπεδο.



























