l'oignon
oignon
ɔɲɔ̃
awniaw

Ορισμός και σημασία του "oignon"στα γαλλικά

01

κρεμμύδι, βολβός

légume rond avec plusieurs couches et une odeur forte 
l'oignon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oignons
Παραδείγματα
Je coupe un oignon pour la soupe. 

Κόβω ένα κρεμμύδι για τη σούπα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store