Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'odeur
[gender: feminine]
01
μυρωδιά, άρωμα
perception par l'odorat d'une substance volatile
Παραδείγματα
L' odeur de la pluie sur la terre sèche est apaisante.
Η μυρωδιά της βροχής στην ξηρή γη είναι χαλαρωτική.



























