Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obèse
01
παχύσαρκος, χοντρός
qui a un excès très important de graisse corporelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus obèse
συγκριτικός βαθμός
plus obèse
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obèse
αρσενικό πληθυντικό
obèses
θηλυκό ενικό
obèse
θηλυκό πληθυντικό
obèses
Παραδείγματα
Mon oncle est obèse et doit faire attention à sa santé.
Ο θείος μου είναι παχύσαρκος και πρέπει να προσέχει την υγεία του.



























