Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
numérique
01
ψηφιακός, αριθμητικός
qui se rapporte aux technologies digitales ou aux données informatiques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
numérique
αρσενικό πληθυντικό
numériques
θηλυκό ενικό
numérique
θηλυκό πληθυντικό
numériques
Παραδείγματα
Les appareils numériques remplacent peu à peu les anciens modèles.
Οι ψηφιακές συσκευές αντικαθιστούν σταδιακά τα παλιά μοντέλα.
Le numérique
01
ψηφιακή τεχνολογία, ψηφιοποίηση
ensemble des technologies qui utilisent des données informatiques ou digitales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le numérique transforme la façon dont nous communiquons.
Το ψηφιακό μεταμορφώνει τον τρόπο που επικοινωνούμε.



























