Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le nucléaire
01
πυρηνική ενέργεια, πυρηνικός
ensemble des technologies liées à l'énergie produite par la fission ou la fusion des noyaux atomiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le nucléaire produit une grande quantité d'électricité.
Η πυρηνική ενέργεια παράγει μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας.
nucléaire
01
πυρηνικός, ατομικός
relatif à l'énergie ou aux armes produites par des réactions atomiques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nucléaire
αρσενικό πληθυντικό
nucléaires
θηλυκό ενικό
nucléaire
θηλυκό πληθυντικό
nucléaires
Παραδείγματα
L'énergie nucléaire est utilisée dans plusieurs pays.
Η πυρηνική ενέργεια χρησιμοποιείται σε πολλές χώρες.



























