le nucléaire
Pronunciation
/nykleɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "nucléaire"στα γαλλικά

01

πυρηνική ενέργεια, πυρηνικός

ensemble des technologies liées à l'énergie produite par la fission ou la fusion des noyaux atomiques
le nucléaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Certains pays veulent réduire leur dépendance au nucléaire.
Ορισμένες χώρες θέλουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από την πυρηνική ενέργεια.
nucléaire
01

πυρηνικός, ατομικός

relatif à l'énergie ou aux armes produites par des réactions atomiques
nucléaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nucléaire
αρσενικό πληθυντικό
nucléaires
θηλυκό ενικό
nucléaire
θηλυκό πληθυντικό
nucléaires
Παραδείγματα
La pollution nucléaire peut durer très longtemps.
Η πυρηνική ρύπανση μπορεί να διαρκέσει πολύ καιρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store