le nucléaire
nu
ny
ny
cléaire
kleɛ:ʁ
kleer

Ορισμός και σημασία του "nucléaire"στα γαλλικά

01

πυρηνική ενέργεια, πυρηνικός

ensemble des technologies liées à l'énergie produite par la fission ou la fusion des noyaux atomiques 
le nucléaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le nucléaire produit une grande quantité d'électricité. 

Η πυρηνική ενέργεια παράγει μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας.

nucléaire
01

πυρηνικός, ατομικός

relatif à l'énergie ou aux armes produites par des réactions atomiques 
nucléaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nucléaire
αρσενικό πληθυντικό
nucléaires
θηλυκό ενικό
nucléaire
θηλυκό πληθυντικό
nucléaires
Παραδείγματα
L'énergie nucléaire est utilisée dans plusieurs pays. 

Η πυρηνική ενέργεια χρησιμοποιείται σε πολλές χώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store