Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nuancer
01
αποχρωματίζω, διαφοροποιώ
exprimer quelque chose avec précision en montrant les différences ou les détails subtils
Παραδείγματα
Le politicien a nuancé sa déclaration après les réactions du public.
Ο πολιτικός προσδιόρισε τη δήλωσή του μετά τις αντιδράσεις του κοινού.
02
προσθέτω αποχρώσεις, σκιάζω
ajouter de légères différences de couleur ou de ton pour créer des contrastes subtils
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nuance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nuancions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nuancerai
ενεστώτα μετοχή
nuançant
παθητική μετοχή
nuancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nuancions
Παραδείγματα
Le peintre a nuancé chaque détail pour plus de réalisme.
Ο ζωγράφος απέδωσε αποχρώσεις σε κάθε λεπτομέρεια για περισσότερης ρεαλισμό.



























