Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nuancer
01
αποχρωματίζω, διαφοροποιώ
exprimer quelque chose avec précision en montrant les différences ou les détails subtils
Παραδείγματα
Il a nuancé ses propos pour éviter tout malentendu.
Διέκρινε τα σχόλιά του για να αποφύγει κάθε παρεξήγηση.
02
προσθέτω αποχρώσεις, σκιάζω
ajouter de légères différences de couleur ou de ton pour créer des contrastes subtils
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nuance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nuancions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nuancerai
ενεστώτα μετοχή
nuançant
παθητική μετοχή
nuancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nuancions
Παραδείγματα
L'artiste a nuancé le ciel avec des tons de bleu clair.
Ο καλλιτέχνης αποχρωμάτισε τον ουρανό με αποχρώσεις ανοιχτού μπλε.



























