la nostalgie
nos
nɔs
naws
tal
tɑl
taal
gie
ʒi
zhi

Ορισμός και σημασία του "nostalgie"στα γαλλικά

01

νοσταλγία, λαχτάρα για το παρελθόν

sentiment de regret ou de mélancolie lié à des souvenirs du passé 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle ressent de la nostalgie en regardant de vieilles photos. 

Νιώθει νοσταλγία κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store