Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le nord
[gender: masculine]
01
βορράς, νορ
direction opposée au sud, souvent placée en haut des cartes
Παραδείγματα
Ce vent vient du nord.
Αυτός ο άνεμος προέρχεται από τον βορρά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βορράς, νορ