Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le niveau
01
επίπεδο, βαθμός
degré ou étape dans une progression ou une hiérarchie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
niveaux
Παραδείγματα
Il a atteint un niveau avancé en français.
02
επίπεδο, ύψος
hauteur ou position d'un point par rapport à une référence, souvent utilisée en construction ou en topographie
Παραδείγματα
Le niveau du sol a été vérifié avec un laser.
Το επίπεδο του εδάφους ελέγχθηκε με λέιζερ.



























