Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nicher
01
φωλιάζω, κάνω φωλιά
construire ou installer un nid pour pondre et élever ses petits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
niche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nichons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nicherai
παθητική μετοχή
niché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nichions
Παραδείγματα
Les oiseaux nichent dans les arbres au printemps.
Τα πουλιά φωλιάζουν στα δέντρα την άνοιξη.
02
- , -
03
- , -
04
- , -



























