Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nettoyer
01
καθαρίζω
rendre propre en enlevant la saleté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nettoie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nettoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nettoyerai
ενεστώτα μετοχή
nettoyant
παθητική μετοχή
nettoyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nettoyions
Παραδείγματα
Je nettoie ma chambre tous les samedis.
Καθαρίζω το δωμάτιό μου κάθε Σάββατο.



























