nettoyer
nettoyer
nɛtwaje
netvaye

Ορισμός και σημασία του "nettoyer"στα γαλλικά

nettoyer
01

καθαρίζω

rendre propre en enlevant la saleté 
nettoyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nettoie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nettoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nettoyerai
ενεστώτα μετοχή
nettoyant
παθητική μετοχή
nettoyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nettoyions
Παραδείγματα
Je nettoie ma chambre tous les samedis. 

Καθαρίζω το δωμάτιό μου κάθε Σάββατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store