Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le nettoyage
01
καθαρισμός, καθαριότητα
action de nettoyer un lieu, un objet ou une surface pour enlever la saleté, la poussière ou les impuretés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le nettoyage de la cuisine se fait chaque soir après le repas.
Ο καθαρισμός της κουζίνας γίνεται κάθε βράδυ μετά το γεύμα.
02
καθαρισμός συντήρησης, καθαρισμός διατήρησης
processus visant à entretenir ou purifier un objet, un système ou un espace, souvent pour prolonger sa durée de vie ou assurer son bon fonctionnement
Παραδείγματα
Le nettoyage du filtre à air est essentiel pour le bon fonctionnement de l'appareil.
Ο καθαρισμός του φίλτρου αέρα είναι απαραίτητος για τη σωστή λειτουργία της συσκευής.



























