le nerf
Pronunciation
/nɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "nerf"στα γαλλικά

Le nerf
[gender: masculine]
01

νεύρο, νευρική ίνα

structure filamenteuse qui transmet les influx nerveux
le nerf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
nerfs
Παραδείγματα
Cette blessure a endommagé les nerfs périphériques.
Αυτός ο τραυματισμός προκάλεσε ζημιά στα περιφερικά νεύρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store