Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le nerf
[gender: masculine]
01
νεύρο, νευρική ίνα
structure filamenteuse qui transmet les influx nerveux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
nerfs
Παραδείγματα
Cette blessure a endommagé les nerfs périphériques.
Αυτός ο τραυματισμός προκάλεσε ζημιά στα περιφερικά νεύρα.



























