Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le naufrage
[gender: masculine]
01
غرق شدگی (کشتی), شکستگی (کشتی)
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ce musée expose des objets retrouvés après le naufrage.
02
نابودی [کاربرد انتزاعی دارد.]
Παραδείγματα
Le naufrage moral du personnage devient évident à la fin du roman.



























