la nationalité
Pronunciation
/nasjɔnalite/

Ορισμός και σημασία του "nationalité"στα γαλλικά

La nationalité
01

εθνικότητα, ανήκει σε μια χώρα

appartenance d'une personne à un pays
la nationalité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nationalités
Παραδείγματα
La nationalité d' un enfant peut être déterminée par celle de ses parents.
Η υπηκοότητα ενός παιδιού μπορεί να καθοριστεί από αυτή των γονέων του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store