Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
natal
01
γενετικός, σχετικός με τη γέννηση
qui concerne la naissance
Παραδείγματα
La mortalité natal a diminué cette année.
Η γεννητική θνησιμότητα μειώθηκε φέτος.
02
γενέθλιος, γηγενής
relatif au lieu de naissance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
natal
αρσενικό πληθυντικό
natals
θηλυκό ενικό
natale
θηλυκό πληθυντικό
natales
Παραδείγματα
Son village natal est petit mais charmant.
Το χωριό γέννησης του είναι μικρό αλλά γοητευτικό.



























