narrer
na
na
να
rrer
ʁe
ρε
nacrernavrer

Ορισμός και σημασία του "narrer"στα γαλλικά

narrer
01

αφηγούμαι, αναφέρω

raconter quelque chose de façon détaillée ou littéraire 
narrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
narre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
narrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
narrerai
παθητική μετοχή
narré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
narrions
Παραδείγματα
L'écrivain narre la vie du héros avec beaucoup de poésie. 

Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του ήρωα με πολύ ποίηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store