Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
narrer
01
αφηγούμαι, αναφέρω
raconter quelque chose de façon détaillée ou littéraire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
narre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
narrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
narrerai
παθητική μετοχή
narré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
narrions
Παραδείγματα
L'écrivain narre la vie du héros avec beaucoup de poésie.
Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του ήρωα με πολύ ποίηση.



























