Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mûrier
[gender: masculine]
01
μουριά, συκιά
arbre cultivé pour ses fruits appelés mûres, pouvant être sauvage ou domestique, souvent planté dans les jardins ou pour l'alimentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mûriers
Παραδείγματα
Le mûrier peut atteindre plusieurs mètres de hauteur.
Η μουριά μπορεί να φτάσει σε ύψος αρκετών μέτρων.



























