Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nager
01
κολυμπώ
se déplacer dans l'eau en faisant des mouvements avec les bras et les jambes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nagerai
ενεστώτα μετοχή
nageant
παθητική μετοχή
nagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nagions
Παραδείγματα
J' ai appris à nager quand j' étais petit.
Έμαθα να κολυμπάω όταν ήμουν μικρός.



























