nager
na
na
na
ger
ʒe
zhe
nageurniger

Ορισμός και σημασία του "nager"στα γαλλικά

01

κολυμπώ

se déplacer dans l'eau en faisant des mouvements avec les bras et les jambes 
nager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nagerai
ενεστώτα μετοχή
nageant
παθητική μετοχή
nagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nagions
Παραδείγματα
Il aime nager dans la mer. 

Του αρέσει να κολυμπά στη θάλασσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store