Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mémoriser
01
απομνημονεύω, μαθαίνω απ' έξω
apprendre quelque chose par cœur pour pouvoir s'en souvenir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mémorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mémorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mémoriserai
ενεστώτα μετοχή
mémorisant
παθητική μετοχή
mémorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mémorisions
Παραδείγματα
Nous avons mémorisé une chanson en classe.
Απομνημονεύσαμε ένα τραγούδι στην τάξη.



























