mémoriser
mémoriser
memɔʁize
memawrize
mépriser

Ορισμός και σημασία του "mémoriser"στα γαλλικά

mémoriser
01

απομνημονεύω, μαθαίνω απ' έξω

apprendre quelque chose par cœur pour pouvoir s'en souvenir 
mémoriser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mémorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mémorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mémoriserai
ενεστώτα μετοχή
mémorisant
παθητική μετοχή
mémorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mémorisions
Παραδείγματα
Je dois mémoriser ce poème pour demain. 

Πρέπει να απομνημονεύσω αυτό το ποίημα για αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store