mémorable
Pronunciation
/memɔʁˈabl/

Ορισμός και σημασία του "mémorable"στα γαλλικά

mémorable
01

αξέχαστος, αξιομνημόνευτος

qui reste longtemps dans la mémoire à cause de son importance ou de son impact
mémorable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mémorable
συγκριτικός βαθμός
plus mémorable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mémorable
αρσενικό πληθυντικό
mémorables
θηλυκό ενικό
mémorable
θηλυκό πληθυντικό
mémorables
Παραδείγματα
Son discours restera mémorable dans l' histoire de l' école.
Η ομιλία του θα παραμείνει αξέχαστη στην ιστορία του σχολείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store