Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mémorable
01
αξέχαστος, αξιομνημόνευτος
qui reste longtemps dans la mémoire à cause de son importance ou de son impact
Παραδείγματα
Son discours restera mémorable dans l' histoire de l' école.
Η ομιλία του θα παραμείνει αξέχαστη στην ιστορία του σχολείου.



























