Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
méfiant
01
δυσπιστικός, ύποπτος
qui manifeste de la défiance ou une prudence excessive envers les autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus méfiant
συγκριτικός βαθμός
plus méfiant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
méfiant
αρσενικό πληθυντικό
méfiants
θηλυκό ενικό
méfiante
θηλυκό πληθυντικό
méfiantes
Παραδείγματα
Son attitude méfiante rend les relations difficiles.
Η δυσπιστική του στάση κάνει τις σχέσεις δύσκολες.



























