méfiant
méfiant
mefjɑ̃
mefyaa

Ορισμός και σημασία του "méfiant"στα γαλλικά

01

δυσπιστικός, ύποπτος

qui manifeste de la défiance ou une prudence excessive envers les autres 
méfiant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus méfiant
συγκριτικός βαθμός
plus méfiant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
méfiant
αρσενικό πληθυντικό
méfiants
θηλυκό ενικό
méfiante
θηλυκό πληθυντικό
méfiantes
Παραδείγματα
Il est méfiant envers les inconnus. 

Είναι διστακτικός απέναντι σε αγνώστους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store