médical
Pronunciation
/medikal/

Ορισμός και σημασία του "médical"στα γαλλικά

01

ιατρικός, υγειονομικός

qui concerne la médecine, les médecins ou les soins de santé
médical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
médical
αρσενικό πληθυντικό
médicaux
θηλυκό ενικό
médicale
θηλυκό πληθυντικό
médicales
Παραδείγματα
Le centre médical propose différents services de santé.
Το ιατρικό κέντρο προσφέρει διάφορες υπηρεσίες υγείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store