Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La muselière
01
στομίδα, φίμωτρο
appareil qu'on met sur le museau d'un animal (souvent un chien) pour l'empêcher de mordre ou de manger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
muselières
Παραδείγματα
Le chien doit porter une muselière dans les lieux publics.
Ο σκύλος πρέπει να φοράει φίμωτρο σε δημόσιους χώρους.



























