Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mulet
01
μούλος, υβρίδιο γάιδαρου και φοράδας
hybride issu du croisement entre un âne et une jument, souvent utilisé pour le transport de charges ou le travail agricole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mulets
Παραδείγματα
Le mulet transporte des sacs de farine dans les montagnes.
Το μουλάρι μεταφέρει σακιά αλεύρι στα βουνά.
02
κεφαλός, μύλος
poisson marin ou d'eau douce de la famille des Mugilidés, souvent vendu pour sa chair
Παραδείγματα
Le mulet se pêche près des côtes.
Ο κεφαλός αλιεύεται κοντά στις ακτές.



























