Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muet
01
βουβός, σιωπηλός
qui ne peut pas parler
Παραδείγματα
Les enfants sont muets devant le spectacle de magie.
Τα παιδιά είναι άλαλα μπροστά στη μαγική παράσταση.
02
σιωπηλός, άλαλος
qui ne fait pas de bruit
Παραδείγματα
Son regard est muet mais plein d' émotion.
Το βλέμμα του είναι βουβό αλλά γεμάτο συναίσθημα.
03
βουβός
film ou scène sans dialogues enregistrés
Παραδείγματα
Le court-métrage est presque entièrement muet.



























