mouvementé
mouvementé
muvmɑ̃te
moovmaate

Ορισμός και σημασία του "mouvementé"στα γαλλικά

mouvementé
01

ανώμαλος, ανατοματωμένος

qui présente des irrégularités, des variations ou des reliefs dans sa surface ou son tracé 
mouvementé definition and meaning
Παραδείγματα
Le chemin était mouvementé et difficile à parcourir. 

Το μονοπάτι ήταν ανώμαλο και δύσκολο να διασχιστεί.

02

γεμάτος γεγονότα, ταραγμένος

qui est plein d'événements, de changements ou de turbulences 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mouvementé
συγκριτικός βαθμός
plus mouvementé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mouvementé
αρσενικό πληθυντικό
mouvementés
θηλυκό ενικό
mouvementée
θηλυκό πληθυντικό
mouvementées
Παραδείγματα
Sa vie a été très mouvementée depuis son enfance. 

Η ζωή του ήταν πολύ ταραχώδης από την παιδική του ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store