Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mouvementé
01
ανώμαλος, ανατοματωμένος
qui présente des irrégularités, des variations ou des reliefs dans sa surface ou son tracé
Παραδείγματα
Le sol du champ est mouvementé à cause des racines.
Το έδαφος του χωραφιού είναι ανώμαλο λόγω των ριζών.
02
γεμάτος γεγονότα, ταραγμένος
qui est plein d'événements, de changements ou de turbulences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mouvementé
συγκριτικός βαθμός
plus mouvementé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mouvementé
αρσενικό πληθυντικό
mouvementés
θηλυκό ενικό
mouvementée
θηλυκό πληθυντικό
mouvementées
Παραδείγματα
La période fut mouvementée, mais elle a permis de grands changements.
Η περίοδος ήταν ταραγμένη, αλλά επέτρεψε μεγάλες αλλαγές.



























