Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les mots croisés
01
σταυρόλεξο, λεξιπαίγνιο
jeu consistant à remplir un tableau avec des mots en fonction de définitions données
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mots croisés
Παραδείγματα
Je fais les mots croisés tous les matins dans le journal.
Σταυρόλεξα κάνω κάθε πρωί στην εφημερίδα.



























