Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
motivé
01
παρακινημένος, με θέληση
qui a de la volonté pour faire quelque chose ou qui est poussé par une raison
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus motivé
συγκριτικός βαθμός
plus motivé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
motivé
αρσενικό πληθυντικό
motivés
θηλυκό ενικό
motivée
θηλυκό πληθυντικό
motivées
Παραδείγματα
Elle est très motivée pour réussir ses examens.
Είναι πολύ παρακινημένη να περάσει τις εξετάσεις της.



























