motivé
mo
maw
tivé
tive
tive
motiver

Ορισμός και σημασία του "motivé"στα γαλλικά

01

παρακινημένος, με θέληση

qui a de la volonté pour faire quelque chose ou qui est poussé par une raison 
motivé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus motivé
συγκριτικός βαθμός
plus motivé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
motivé
αρσενικό πληθυντικό
motivés
θηλυκό ενικό
motivée
θηλυκό πληθυντικό
motivées
Παραδείγματα
Elle est très motivée pour réussir ses examens. 

Είναι πολύ παρακινημένη να περάσει τις εξετάσεις της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store