motivé
Pronunciation
/mɔtive/

Ορισμός και σημασία του "motivé"στα γαλλικά

01

παρακινημένος, με θέληση

qui a de la volonté pour faire quelque chose ou qui est poussé par une raison
motivé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus motivé
συγκριτικός βαθμός
plus motivé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
motivé
αρσενικό πληθυντικό
motivés
θηλυκό ενικό
motivée
θηλυκό πληθυντικό
motivées
Παραδείγματα
Même fatiguée, elle reste motivée pour finir le projet.
Ακόμα και κουρασμένη, παραμένει παρακινημένη να ολοκληρώσει το έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store