Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le moteur
[gender: masculine]
01
κινητήρας, μηχανή
dispositif transformant une énergie en mouvement mécanique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moteurs
Παραδείγματα
Il étudie le fonctionnement des moteurs à réaction.
Μελετά τη λειτουργία των κινητήρων αεριωθουμένων.



























