le moteur
Pronunciation
/mɔtœʀ/

Ορισμός και σημασία του "moteur"στα γαλλικά

Le moteur
[gender: masculine]
01

κινητήρας, μηχανή

dispositif transformant une énergie en mouvement mécanique
le moteur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moteurs
Παραδείγματα
Il étudie le fonctionnement des moteurs à réaction.
Μελετά τη λειτουργία των κινητήρων αεριωθουμένων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store