Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mosaïque
[gender: feminine]
01
ψηφιδωτό, τέχνη του ψηφιδωτού
art consistant à créer une image ou un motif en assemblant de petits éléments (pierres, tesselles, verre, céramique) de différentes couleurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mosaïques
Παραδείγματα
La mosaïque associe patience, précision et sens artistique.
Το ψηφιδωτό συνδυάζει υπομονή, ακρίβεια και καλλιτεχνική αίσθηση.
02
ψηφιδωτό, συλλογή διαφορετικών στοιχείων
ensemble composé d'éléments variés et différents qui, mis ensemble, forment une réalité complexe
Παραδείγματα
Cette œuvre est une mosaïque d' idées et d' émotions.
Αυτό το έργο είναι ένα ψηφιδωτό ιδεών και συναισθημάτων.
mosaïque
01
μωσαϊκός, σχετικός με τον Μωυσή
qui concerne Moïse, sa personne ou la loi qu'il est censé avoir transmise selon la tradition biblique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mosaïque
αρσενικό πληθυντικό
mosaïques
θηλυκό ενικό
mosaïque
θηλυκό πληθυντικό
mosaïques
Παραδείγματα
Les textes mosaïques ont influencé le droit religieux.
Τα μωσαϊκά κείμενα έχουν επηρεάσει το θρησκευτικό δίκαιο.



























