Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morose
01
μελαγχολικός, θλιμμένος
qui est sombre, triste ou de mauvaise humeur
Παραδείγματα
Elle reste morose malgré les efforts des autres pour la réconforter.
Παραμένει μελαγχολική παρά τις προσπάθειες των άλλων να την παρηγορήσουν.



























