morbide
Pronunciation
/mɔʁbˈid/

Ορισμός και σημασία του "morbide"στα γαλλικά

01

νοσηρός, μακάβριος

fascination malsaine pour la mort/souffrance
morbide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus morbide
συγκριτικός βαθμός
plus morbide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
morbide
αρσενικό πληθυντικό
morbides
θηλυκό ενικό
morbide
θηλυκό πληθυντικό
morbides
Παραδείγματα
La presse exploite ce fait divers de manière morbide.
Ο τύπος εκμεταλλεύεται αυτή την είδηση με μορβικό τρόπο.
02

νοσηρός, παθολογικός

qui concerne la maladie ou la morbidité
morbide definition and meaning
Παραδείγματα
Une étude sur les cas morbides rares.
Μια μελέτη για τις σπάνιες νοσηρές περιπτώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store