Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
morbide
01
νοσηρός, μακάβριος
fascination malsaine pour la mort/souffrance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus morbide
συγκριτικός βαθμός
plus morbide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
morbide
αρσενικό πληθυντικό
morbides
θηλυκό ενικό
morbide
θηλυκό πληθυντικό
morbides
Παραδείγματα
La presse exploite ce fait divers de manière morbide.
Ο τύπος εκμεταλλεύεται αυτή την είδηση με μορβικό τρόπο.
02
νοσηρός, παθολογικός
qui concerne la maladie ou la morbidité
Παραδείγματα
Une étude sur les cas morbides rares.
Μια μελέτη για τις σπάνιες νοσηρές περιπτώσεις.



























