Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le moral d'acier
01
ατσάλινο ηθικό, ακλόνητη ηθική αντοχή
une très grande force intérieure et une capacité à résister aux épreuves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Malgré les échecs, il garde un moral d'acier.
Παρά τις αποτυχίες, διατηρεί ηθικό ατσάλι.



























