le moment
moment
mɔmɑ̃
mawmaa
maman

Ορισμός και σημασία του "moment"στα γαλλικά

01

une courte période de temps ou un instant précis 

le moment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moments
Παραδείγματα
J'ai attendu le moment parfait pour parler. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store