le moment
Pronunciation
/mɔmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "moment"στα γαλλικά

01

une courte période de temps ou un instant précis

le moment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moments
Παραδείγματα
Il a pris une décision au mauvais moment.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store