le mollet
mo
mɔ
maw
llet
lɛ
le
millet

Ορισμός και σημασία του "mollet"στα γαλλικά

01

γαμπά, κνήμη

partie postérieure de la jambe entre le genou et la cheville, constituée de muscles 
le mollet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mollets
Παραδείγματα
Il a ressenti une crampe au mollet en courant. 

Ένιωσε έναν κράμπα στο κνήμη ενώ έτρεχε.

01

μελακτό, ημίψημο

qui est à moitié cuit, surtout pour un œuf 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mollet
συγκριτικός βαθμός
plus mollet
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mollet
αρσενικό πληθυντικό
mollets
θηλυκό ενικό
mollette
θηλυκό πληθυντικό
mollettes
θεματικό πεδίο
cuisine, alimentation, cuisson
Παραδείγματα
J'ai préparé un œuf mollet pour le petit déjeuner. 

Προετοίμασα ένα μελάτο αυγό για το πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store