la molaire

Ορισμός και σημασία του "molaire"στα γαλλικά

La molaire
[gender: feminine]
01

γομφίος, τραπεζίτης

dent large située au fond de la bouche et servant à broyer les aliments
la molaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
molaires
Παραδείγματα
Les molaires poussent généralement après les incisives.
Οι γομφίοι συνήθως βγαίνουν μετά τους κοπτήρες.
01

μοριακός, μοριακός

qui se rapporte à la quantité de matière exprimée en moles, en chimie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
molaire
αρσενικό πληθυντικό
molaires
θηλυκό ενικό
molaire
θηλυκό πληθυντικό
molaires
Παραδείγματα
Le volume molaire varie avec la température et la pression.
Ο μοριακός όγκος ποικίλλει με τη θερμοκρασία και την πίεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store