le mois
mois
mwa
mva
moins

Ορισμός και σημασία του "mois"στα γαλλικά

01

μήνας

période de temps d'environ 30 jours, une des douze parties de l'année 
le mois definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mois
Παραδείγματα
Janvier est le premier mois de l'année. 

Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του έτους.

02

μηνιαίος μισθός, μηνιαία αποδοχή

salaire versé une fois par mois 
le mois definition and meaning
Παραδείγματα
Il touche son mois le 5 de chaque mois. 

Λαμβάνει τον μηνιαίο μισθό του στις 5 κάθε μήνα.

03

μηνιαίο ενοίκιο, μηνιαία πληρωμή ενοικίου

paiement mensuel pour la location d'un logement 
le mois definition and meaning
Παραδείγματα
Le mois de cet appartement est de 800 euros. 

Ο μήνας αυτού του διαμερίσματος είναι 800 ευρώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store