Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modeler
01
πλάθω, δίνω σχήμα
donner une forme à une matière souple, comme l'argile, la pâte ou la cire, en la travaillant avec les mains ou des outils
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
modèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
modelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
modèlerai
ενεστώτα μετοχή
modelant
παθητική μετοχή
modelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
modelions
Παραδείγματα
Elle modèle de l'argile pour créer une sculpture.
Πλάθει πηλό για να δημιουργήσει ένα γλυπτό.
02
μορφοποιώ, προσαρμόζω
adapter ou conformer quelque chose à une forme, une situation ou un besoin spécifique
Παραδείγματα
Il se modèle aux exigences de son nouveau travail.
Μοντελοποιεί τον εαυτό του στις απαιτήσεις της νέας του δουλειάς.
03
μοντέλο, χτίζω
créer ou fabriquer quelque chose en lui donnant forme ou structure
Παραδείγματα
Il modèle un prototype pour son invention.
Μοντελοποιεί ένα πρωτότυπο για την εφεύρεσή του.



























