Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La menuiserie
01
ξυλουργική, μαραγκός
art ou technique consistant à fabriquer des objets en bois
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La menuiserie demande précision et patience.
Η ξυλουργική απαιτεί ακρίβεια και υπομονή.
02
ξυλουργική, ξύλινα στοιχεία
éléments en bois installés dans une maison
Παραδείγματα
La menuiserie de cette maison est entièrement en chêne.
Η ξυλουργική αυτού του σπιτιού είναι εξ ολοκλήρου από δρυ.



























