le mensonge
Pronunciation
/mɑ̃sɔ̃ʒ/

Ορισμός και σημασία του "mensonge"στα γαλλικά

01

ψέμα, απάτη

affirmation contraire à la vérité faite pour tromper
le mensonge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mensonges
Παραδείγματα
Ils ont inventé un mensonge pour couvrir leurs erreurs.
Εφηύραν ένα ψέμα για να καλύψουν τα λάθη τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store