le melon
me
mə
μα
lon
lɔ̃
λο

Ορισμός και σημασία του "melon"στα γαλλικά

01

πεπόνι, καρπούζι

fruit sucré à chair juteuse, souvent rond ou allongé 
le melon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
melons
Παραδείγματα
Elle mange du melon en dessert. 

Τρώει πεπόνι ως επιδόρπιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store