le melon
Pronunciation
/m(ə)lɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "melon"στα γαλλικά

01

πεπόνι, καρπούζι

fruit sucré à chair juteuse, souvent rond ou allongé
le melon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
melons
Παραδείγματα
Le jus de melon est rafraîchissant en été.
Ο χυμός πεπονιού είναι δροσιστικός το καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store