maîtriser
Pronunciation
/metʀize/

Ορισμός και σημασία του "maîtriser"στα γαλλικά

maîtriser
01

κατακτώ, ελέγχω

acquérir une compétence ou une connaissance et la contrôler parfaitement
maîtriser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maîtrise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maîtrisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maîtriserai
ενεστώτα μετοχή
maîtrisant
παθητική μετοχή
maîtrisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maîtrisions
Παραδείγματα
J' ai enfin maîtrisé la conduite sur autoroute.
Επιτέλους κατέκτησα την οδήγηση στην εθνική οδό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store