Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maîtriser
01
κατακτώ, ελέγχω
acquérir une compétence ou une connaissance et la contrôler parfaitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maîtrise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maîtrisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maîtriserai
ενεστώτα μετοχή
maîtrisant
παθητική μετοχή
maîtrisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maîtrisions
Παραδείγματα
J' ai enfin maîtrisé la conduite sur autoroute.
Επιτέλους κατέκτησα την οδήγηση στην εθνική οδό.



























