Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meilleur
01
καλύτερος
qui est plus bon qu'un autre, de qualité supérieure
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
meilleurs
θηλυκό ενικό
meilleure
θηλυκό πληθυντικό
meilleures
02
qui est le plus bon parmi plusieurs, de qualité maximale
Παραδείγματα
Ils cherchent la meilleure école pour leurs enfants.
Le meilleur
01
ο καλύτερος, η καλύτερη
la personne ou la chose la plus excellente dans une catégorie
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Donne -moi le meilleur, pas le moins cher.
Δώσε μου το καλύτερο, όχι το φθηνότερο.
meilleur
01
καλύτερος, πιο ζεστός
se dit du temps ou de la température lorsqu'elle est plus agréable, plus douce ou plus chaude
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Espérons qu' il fasse meilleur demain pour la promenade.
Ας ελπίσουμε ότι θα κάνει καλύτερο καιρό αύριο για τη βόλτα.



























