Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
massacrer
01
καταστρέφω, εξολοθρεύω
détruire ou endommager quelque chose de manière violente ou brutale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
massacre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
massacrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
massacrerai
ενεστώτα μετοχή
massacrant
παθητική μετοχή
massacré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
massacrions
Παραδείγματα
La grève a massacré les installations de l' usine.
Η απεργία κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου.



























