massacrer
Pronunciation
/masakʀe/

Ορισμός και σημασία του "massacrer"στα γαλλικά

massacrer
01

καταστρέφω, εξολοθρεύω

détruire ou endommager quelque chose de manière violente ou brutale
massacrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
massacre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
massacrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
massacrerai
ενεστώτα μετοχή
massacrant
παθητική μετοχή
massacré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
massacrions
Παραδείγματα
La grève a massacré les installations de l' usine.
Η απεργία κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store